Μια φορά κι ένα καιρό, σε έναν τόπο μακρινό, γεμάτο κρύο και χιόνι, εκεί ανάμεσα στο κάπου και το πουθενά , υπήρχε ένα μικρό χωριό με πολλές ζεστές καρδιές. Σίγουρα το έχεις ακουστά. Λέγεται το χωριό του Άη Βασίλη.

Στο κέντρο αυτού του χωριού, ζούσε ο καλόκαρδος Άη Βασίλης με την γλυκιά κυρα-Βασίλαινα. Το σπίτι τους ήταν τεράστιο, γεμάτο με λογιών-λογιών φωτάκια και πολύχρωμες γιρλάντες. Οι τοίχοι μύριζαν κανέλα. Ο κήπος ήταν γεμάτος γκι και χιονισμένα έλατα.

Παραδίπλα, στον στάβλο του Άη Βασίλη , οι τάρανδοι εξασκούνταν στο πέταγμα και την προσγείωση, για να πάνε όλα καλά την παραμονή των Χριστουγέννων και στο εργαστήρι των ξωτικών, οι πόρτες ανοιγόκλειναν συνεχώς. Η κίνηση ήταν αυξημένη διότι έπρεπε όλα να είναι στην εντέλεια. Βλέπεις , ήταν τρεις μέρες πριν τα Χριστούγεννα και τα ξωτικά δούλευαν πυρετωδώς….

…αλλά με κέφι… Στο εργαστήριο αντιλαλούσαν φωνές και τραγούδια. Όλοι με ρυθμό τραγουδούσαν δυνατά:

“Τί ωραία τι καλά, ήρθαν τα Χριστούγεννα! Τί ωραία , τί καλά με τραγούδια και χαρά”

Εκεί φτιάχνονται όλα τα παιχνίδια που μοιράζει ο Άη Βασίλης την παραμονή των Χριστουγέννων στα παιδιά όλου του κόσμου. Όπως θα φαντάζεσαι, οι παραγγελίες και τα γράμματα των παιδιών είναι αμέτρητες! Σχεδόν όσες και τα αστέρια που λαμποκοπούν στον ουρανό! Κάθε μέρα κατέφθανουν χιλιάδες γράμματα από παντού με τις επιθυμίες των παιδιών. Τα αγόρια ζητούν συνήθως αυτοκινητάκια ή ποδήλατα, ενώ τα κορίτσια κούκλες και αρκουδάκια!

Όπως κάθε χρόνο λοιπόν , ο Πικαιφής -το πιο γρήγορο στο διάβασμα ζωτικό στον κόσμο- διάβαζε τα γράμματα και έδινε τις παραγγελίες στον Φιόγκο – το πιο γρήγορο στο τύλιγμα ξωτικό. Μαζί κάναν την τέλεια ομάδα! Για να φανταστείς μέσα σε μία μόνο μέρα ετοίμασαν όλα τα δώρα που θα πήγαινε ο Άη Βασίλης σε ολόκληρη την Ελλάδα. Αν καθόσουν σε μα γωνιά θα άκουγες:

“Μια σκακιέρα για τον Βασιλάκη!”

“Δύο κούκλες,μία για την γλυκιά μας την Κορίνα και μία για την μικρούλα μας Αναστασία!”

“Μία μπουλντόζα για τον Αντωνάκη… και μια για τον Σταυρούλη!”

Ένα βιβλίο για την  Δεσποινούλα, μια ιπποποταμίτσα για την Ζωή και για την Ειρηνούλα μας μια βαλιτσούλα με καλλυντικά!”

Ξαφνικά ο Πικαιφής σταμάτησε να διαβάζει και κάθισε στην καρέκλα του μαραζωμένος…

Ο Φιόγκος στο μεταξύ, είχε πάρει φόρα.

“Πες μου λοιπόν, τί περιμένεις; Τί να τυλίξω; Κανένα τρενάκι, μήπως ένα παιδικό σετ τσαγιού; Λοιπόν; … Λοιπόν;”

Γύρισε πίσω του και είδε τον Πικαιφή λυπημένο.

“Πικαιφή, καλέ μου φίλε, τί έπαθες; Γιατί κακομουτσούνιασες έτσι; Δεν ξέρεις οτι η στεναχώρια φέρνει στεναχώρια; Χαμογέλα γρήγορα! Σε λίγο έχουμε το δείπνο και ο Άη Βασίλης θα στεναχωρεθεί αν σε δει έτσι.”

Ο Πικαιφής έδωσε το γράμμα που κρατούσε στον Φιόγκο.

“Διάβασε και θα καταλάβεις!”

Πριν προλάβει ο Φιόγκος να τελειώσει το γράμμα- γιατί μπορεί να ήταν  γρήγορος στο τύλιγμα, αλλά στο διάβασμα ήταν πιο αργός και από χελώνα- το μεγάλο ρολόι σήμανε οχτώ. Και ως γνωστόν στις οχτώ όλα τα ξωτικά μαζεύονται στην μεγάλη τραπεζαρία και τρώνε παρέα με τον Άη Βασίλη και την κυρά Βασίλαινα.

Με το κεφάλι σκυμμένο, μπήκαν τα δύο ξωτικά αργοπορημένα στο τεράστιο δωμάτιο, όπου ήταν μαζεμένοι όλοι οι υπόλοιποι συνεργάτες τους!

“Πικαιφή, Φιόγκο! Που είστε; Ανησύχησα! Σας έχω σήμερα υπέροχες λιχουδιές!” , είπε η κυρά-Βασίλαινα. “Γαλοπούλα με σάλτσα βατόμουρο,πίτα με γλυκό κολοκύθι και κανέλα και το αγαπημένο σου Πικαιφή… σούπα με γάλα τάρανδου και σουφρωτά μανιτάρια!”

Οι φατσούλες τους όμως δεν φώτισαν…

Ο Άη Βασίλης τους ρώτησε με απορία:

“Γιατί αγαπημένοι μου βοηθοί , ήρθατε τόσο σκυθρωποί; Τί είναι αυτό που έκανε το χαμόγελο να σβήσει από τα κόκκινα μαγουλάκια σας; Συνέβη κάτι;”

Τότε ο Φιόγκος πλησίασε στην κορυφή του τεράστιου τραπεζιού και έδωσε το γράμμα στον Άη Βασίλη.

Χωρίς να χάσει καιρό ο Άη Βασίλης το άνοιξε και άρχισε να διαβάζει δυνατά!

Αγαπητέ Άη Βασίλη,
Σε ευχαριστώ πολύ για την αγαπημένη μου κουκλίτσα την Λίλυ. Κοιμάται κάθε βράδυ στην αγκαλίτσα μου και μου κάνει παρέα μέχρι να ξημερώσει. Φέτος στο γράμμα μου δεν θέλω να σου ζητήσω κανένα παιχνιδάκι…

Στο δωμάτιο επικράτησε βουή.

“Ααααα! Κανένα παιχνιδάκι! Πωπω!”, ακούγονταν από παντού.

“Μα τί συνέβη; Όλα τα παιδάκια ζητάνε παιχνιδάκια! Αυτό είναι ανήκουστο!”

“Ησυχάστε ξωτικά μου! Αφήστε να διαβάσουμε παρακάτω.”

Ο Άη Βασίλης στερέωσε τα γυαλιά του ακόμα πιο πολύ στην πλακουτσωτή, αφράτη μύτη του και συνέχισε το διάβασμα:

..φέτος αν γίνεται θα ήθελα να πας στον φίλο μου τον Γιαννάκη που μένει ακριβώς δίπλα μας. Οι γονείς του, του είπαν πως δεν χρειάζεται να σου στείλει γράμμα γιατί … δεν υπάρχεις!

“Ωωωωωωω… “, ξανακούστηκε μέσα στο δωμάτιο.

“Μα πώς δεν υπάρχεις καλέ, αφού σε βλέπουμε…” γέλασε ο Ντορεμής, ο υπεύθυνος για την κατασκευή ντουντούκων και μικρών πιάνων.

Ο Άη Βασίλης βαριαναστέναξε και είπε:

“Κοιτάξτε καλοί μου φίλοι. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Δεν ήθελα να σας πω τίποτα για να μην σας στεναχωρήσω. Η αλήθεια είναι πως πολλοί γονείς δεν πιστεύουν οτι υπάρχω.”

“Ώρα είναι να μας πεις πως δεν πιστεύουν ούτε στα ξωτικά! Χα,χα,χα ας γελάσω δυνατά!”, είπε με τσιριχτή φωνή ο Φιόγκος εμφανώς αναστατωμένος.

“Έχει συμβεί και αυτό …κάποιες φόρες!” είπε μασώντας τα λόγια του ο Άη Βασίλης.

“Κάτι πρέπει να κάνουμε.. για τον μικρό Γιαννάκη!” , αναστέναξε ο Πικαιφής.

“Ναι , ναι”, είπε ο Ντορεμής , “…και να θυμίσουμε στους γονείς του την μαγεία των Χριστουγέννων!!!”, συμπλήρωσε ο Φιόγκος.

“Μην ανυσυχείτε”, είπε με σιγουριά η κυρά Βασίλαινα. ” Ο Άη Βασίλης θα τα διορθώσει όλα!!!”

” Καλά μου ξωτικά δεν πρέπει να πέφτει το ηθικό μας, λόγω μιάς αναποδιάς!!!” ,είπε ο Άη Βασίλης.

“Λοιπόν ας πιαστούμε χέρι-χέρι και ας τραγουδήσουμε όλοι μαζί!!! …για να δω χαμόγελα!”

 

Φώναξέ το δυνατά, ήρθαν τα Χριστούγεννα!

Φώναξέ το πιο πολύ, τί υπέροχη γιορτή!

Ο Άη Βασίλης σαν θα ‘ρθει , γεμάτος δώρα στο σακί,

παντού το γέλιο θα σκορπίσει, την χαρά να μας θυμίσει…

 

Το βράδυ λοιπόν της παραμονής, ο Άη Βασίλης ετοίμασε τους ταράνδους του, φόρτωσε στο έλκηθρο του το μαγικό του σακί -το οποίο χωράει αμέτρητα δώρα, χωρίς να φουσκώνει και χωρίς να βαραίνει- και ξεκίνησε το μαγικό του ταξίδι σε ολόκληρη την υφήλιο.

Μετά από πολλές – πολλές επισκέψεις έφτασε επιτέλους και στο σπίτι του Γιαννάκη. Γλίστρησε από την καμινάδα και περπατώντας στις μύτες άφησε κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο , όχι ένα, ούτε δύο, αλλά τρία δωράκια.

Έπειτα γλίστρησε με τα μαγικά του, από το παράθυρο στο σπίτι της Ερμιόνης – που δεν έχει καμινάδα. Ήταν το κοριτσάκι που έστειλε το ευγενικό γράμμα. Της ψιθύρισε ευχαριστώ και της άφησε ένα δωράκι κάτω από το δεντράκι.

“Σε ευχαριστώ που ήρθες, Άη Βασίλη”, ψιθύρισε στον ύπνο της η Ερμιόνη.

“Μην με ξεχάσεις”, είπε κι ο Άη Βασίλης. ” Κοιμήσου τώρα!”

Το επόμενο πρωί, ο Γιαννάκης φώναζε γεμάτος χαρά :

“Μαμά , μπαμπά, ο Άη Βασίλης ήρθε , ήρθε!!!”

Ήταν τόσο ενθουσιασμένος. Τα μάτια του γούρλωσαν όταν ξετύλιξε το δώρο με το όνομά του. Ένα ασημένιο ποδήλατο που το λαχταρούσε από πέρσι. Άρχισε να χτυπάει το κουδουνάκι και να διορθώνει την σέλα με μανία.

Οι γονείς του είχαν μείνει έκπληκτοι!!!

“Α, τα άλλα δύο δώρα γράφουν τα ονόματά σας! , είπε ο Γιαννάκης βιαστικά και συνέχισε να ασχολείται με το ποδήλατο του.

Η μαμά του Γιαννάκη πλησίασε και έσκισε το περιτύλιγμα γεμάτη περιέργεια. Την ίδια περιέργεια ένιωθε μικρή…Τα μάτια της άστραψαν όταν θυμήθηκε με πόση χαρά άνοιγε τα δώρα της μικρή. Ανοίγοντας το κουτί της, έβγαλε από μέσα μια κρυστάλλινη μπάλα με χιόνι. Την ταρακούνησε λίγο και οι νιφάδες άρχισαν να χορεύουν. Το σπιτάκι μέσα στην μπάλα έμοιαζε με αυτό των παιδικών της χρόνων. Έμεινε να κοιτάζει τις νιφάδες και το μυαλό της άρχισε να ταξιδεύει. Ένα δάκρυ συγκίνησης κύλησε στο μάγουλο της. Σχεδόν άκουγε τα καμπανάκια από το έλκηθρο του Άη Βασίλη.

Ο μπαμπάς του μικρού Γιάννη στο μεταξύ, είχε ανοίξει το δικό του δώρο. Ήταν μια φυσαρμόνικα, ίδια και απαράλλαχτη με εκείνη που είχε βρει κάτω από ένα άλλο χριστουγεννιάτικο δέντρο , πριν …πολλά χρόνια. Με αυτήν έλεγε τα κάλαντα κάθε χρονιά. Έπαιξε για λίγο και τα μάτια του γέμισαν χαρά…. το ίδιο και η καρδιά του.

“Εγώ το ήξερα πως υπάρχει ο Άη Βασίλης”, φώναξε ο Γιαννάκης.

“Και βέβαια υπάρχει!,” τον πλησίασε ο μπαμπάς του … ” και δεν ξεχνάει ποτέ τα καλά παιδάκια που τον περιμένουν!”, συμπλήρωσε και η μαμά.

Όλα μπορούν να συμβούν την μαγική νύχτα των Χριστουγέννων!!!!

Fili

Είμαι η Φίλι και λατρεύω να γράφω… για τα πάντα!!! Μεγάλο μου πάθος όμως είναι τα παραμύθια! Μ'αρέσει να αφήνω την φαντασία μου ελεύθερη και το μικρό κοριτσάκι που ακόμα κρύβω μέσα μου, να εξερευνά ανενόχλητο από την καθημερινότητα, κόσμους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί… Αν θέλετε να βρεθούμε εκεί παρέα …απλά πάρτε λίγη νεραϊδόσκονη και ελάτε να με συναντήσετε.. Μην ξεχάσετε να φέρετε μαζί και τους μικρούς μου φίλους… χάρη σε αυτούς άλλωστε η νεραϊδόσκονη διατηρεί την μαγεία της… γκλιν , γκλόν και φύγαμε…