Μια φορά κι έναν καιρό, πιο μακριά απ’ την αλήθεια στης γιαγιάς τα παραμύθια και σίγουρα πιο κοντά από εκεί που πάει το μυαλό σου, όταν ακούς την λέξη γλειφιτζούρι, ανάμεσα στο κάπου και το πουθενά, ήταν ένα χωριουδάκι, που κανείς δεν θυμάται το όνομά του…

Βρισκόταν στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού που είχε το σχήμα ανάποδης αγκινάρας και δίπλα σε μια λιμνούλα που αν την αντικρίζες από πολύ ψηλά, θυμίζε φράουλα…  οπότε αν το ψάξεις, δεν θα δυσκολευτείς να το βρεις…

Εκεί, λοιπόν μέσα στο βαθύ και θεοσκότεινο δάσος, ζούσε μόνη και έρημη, η Γλυκατζού…

Η Γλυκατζού έμενε σε ένα καλυβάκι πολύ ασυνήθιστο. Αντί για τοίχους είχε παντεσπάνι κι αντί για σκεπή, πάστα φλώρα. Τα παράθυρα έκλειναν με βιενέζικη γκοφρέτα και η πόρτα ήταν φτιαγμένη από σοκολάτα με λεπτομέρειες από καραμέλα. Το πάτωμα ξεχείλιζε από σιρόπι κεράσι και τα έπιπλα ήταν από ζαχαρωτά και μπισκότα κανέλας. Για μαξιλάρια είχε σαντιγί και για σκέπασμα φύλλα μπακλαβά.

Κάθε μέρα έπρεπε να τρώει όλο το σπίτι της και να το ξαναφτιάχνει, διότι αλλιώς οι τοίχοι έλιωναν από την ζέστη και γκρεμιζόταν επάνω της. Αυτό βέβαια δεν αποτελούσε ιδιαίτερο πρόβλημα μια και η ζαχαρομανιακή Γλυκατζού μπορούσε να φάει τόνους γλυκά στην καθισιά. Έτσι, όπως θα την φαντάζεστε, ήταν τετραπέρατη και στρουμπουλή, αλλά το χειρότερο δεν ήταν αυτό…Έπρεπε να χτίζει όλο και μεγαλύτερο ζαχαρόσπιτο διότι από τα πολλά γλυκά, στρουμπούλευε όλο και περισσότερο και το χειρότερο από όλα; …. Δεν χαμογελούσε ποτέ. Τα δόντια της είχαν σαπίσει τόσο πολύ από τα πολλά γλυκά, που ακόμα κι ίδια τρόμαζε όταν κοιταζόταν στο ζαχαρένιο καθρέφτη της.

Η κακή τύχη κυνηγούσε τόσο πολύ το άτυχο κορίτσι που εδώ και τρεις μέρες, την έχει πιάσει ένας φοβερός και τρομερός πονόδοντος. Μήπως όμως δεν ήταν η κακή τύχη που έφταιγε για την κατάντια της;

Μα τι ήταν αυτές οι σπαρακτικές κραυγές που ακούγονταν από τα βάθη του δάσους; αναρωτιόντουσαν όλοι στο χωριό…Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για… Μπα, αποκλείεται!! Κι όμως, ακουγόταν σαν δράκος. Όλοι πάγωσαν! Ένας δράκος ζούσε στο δάσος και μάλλον ήταν έτοιμος για επίθεση. Έπρεπε να τον αντιμετωπίσουν, πριν ξαμοληθεί εναντίον τους.

Στο χωριό επικρατούσε πανικός….

«Ω ΘΕΕ ΜΟΥ», αναφώνησε η κα Μαρουλία. «Τι κακό μας βρήκε!!!!»

Η κα Μαρουλία, με ιδιαίτερη αγάπη στα … μαρούλια, δεν μπορούσε, ούτε να φανταστεί τί θα γινόταν, αν ο δράκος πλησίαζε κι άλλο το χωριό…

«Μην ανησυχείς καλή μου, Μαρουλία», την καθησύχασε ο κύριος δήμαρχος.

«Στο πί και φί , εμείς εδώ οι υπερήφανοι και ατρόμητοι κάτοικοι του …. χωριού χωρίς όνομα, θα βρούμε μια λύση… Κανένας δράκος δεν μας φοβίζει…»

«Άλλωστε όπως θα ξέρετε όλοι, έχουμε έτοιμη μια ομάδα έρευνας για τέτοιες περιπτώσεις…»

Η ομάδα αυτή δεν είχε χρειαστεί ποτέ και για κανένα λόγο… αλλά ο δήμαρχος έπρεπε να δείξει σιγουριά και θάρρος και έτσι συνέχισε…

«Η ομάδα λοιπόν αποτελείται από τον Νώντα, τον τροχονόμο μας με πτυχίο στην ανωτάτη ντετεκτιβική !!!» είπε με ενθουσιασμό…

…Αλλά με μηδέν εμπειρία, λόγω της ανύπαρκτης εγκληματικότητας εδώ στο χωριό μας, σκέφτηκε από μέσα του ο δήμαρχος Αρίστος…

«τον Γιακουμή τον μελισσοκόμο, με ανοσία στα τσιμπήματα λόγω των μικρών και μάλλον πολύ θυμωμένων μελισσών του»

Σημαντική προσθήκη στην ομάδα, σκέφτηκε πάλι με το μυαλό του…

«και του …εαυτού μου, που τώρα που το σκέφτομαι έχω τσιμπηθεί άπειρες φορές από τσουκνίδες και … και το αντέχω!», είπε ο δήμαρχος φωναχτά και με περηφάνια!

Η όχι και τόσο ετοιμοπόλεμη ομάδα “Δράκε , δράκε είσαι εδώ;” όπως ονομάστηκαν , με βήμα σταθερό και λίγο τρεμάμενο, μπήκε στο βαθύ και σκοτεινό δάσος.

Ο Γιακουμής, ευχόταν να τον τσιμπούσαν όλες οι μέλισσες μαζί, παρά να κάνει κι άλλο βήμα και τροχονόμος Νώντας, νόμιζε από τον φόβο του πως η γριά βελανιδιά, του ακούμπησε το σβέρκο, αλλά ο δήμαρχος που έτρεμε κι αυτουνού η καρδούλα, τους γέμιζε με θάρρος και πυγμή…

«Είναι η ώρα να φανούμε δυνατοί άντρες μου», τους φώναζε όσο πλησίαζαν στην φωλιά του δράκου. Το καταλάβαινε από τους βρυχηθμούς , δεν ήταν μακριά!

«Μήπως να γυρνούσαμε πίσω! Εμ… τώρα που το καλοσκέφτομαι…οι μελισσούλες θα απογοητευθούν πολύ αν δε με ξαναδούν. Έχετε δει ποτέ μέλισσα να κλαίει; Δεν είναι και το πιο ωραίο θέαμα.», είπε ο Γιακουμής, με τρεμάμενη φωνή.

«Μη φοβάστε φίλοι μου. Όσο είμαστε μαζί κι ενωμένοι δεν πρόκειται να πάθουμε κανένα κακό. Να σας θυμίσω ότι πριν φύγουμε ήπιαμε καροτόζουμο και φάγαμε σπανάκι. Τι φοβάστε λοιπόν; Έχουμε όση δύναμη χρειαζόμαστε!», είπε ο Αρίστος και συνέχισαν να περπατούν.

Είχαν μαζί τους κατσαρόλες,

κουτάλες, πλάστες μα και κόλλες,

μα τι να σου κάνει μια κουτάλα,

μπροστά στο τέρας το μοχθηρό…

 

Μήπως να το ξανασκεφτούνε;

Χρόνο δεν έχουν για να κρυφτούνε…

Ο δράκος ακούγεται θυμωμένος,

μαζί του φέρνει τον πανικό!!!

 

ΕΝΑ, φωνάζει ο κυρ Νώντας,

ΔΥΟ, απαντά ο Γιακουμής,

ΤΡΙΑ ψελλίζει ο Αρίστος

κι όλοι προχώρησαν ευθύς…αμέσως…

 

….για να μείνουν με το στόμα ανοιχτό!!!

Διότι αντί για δράκο τρομερό,

Αντίκρισαν ένα θέαμα πως να το πω…

ολίγον τι σιχαμερό κι ίσως πολύ πιο φοβερό,

από αυτό που περίμεναν να δουν…

 

Ένα κορίτσι , τετραπέρατο, καλυμμένο στα σιρόπια, με μάτια κλαμμένα και πρησμένα, που σου ράγιζαν την καρδιά…

«Βοήθεια» είπε η καημένη, με μια φωνούλα τόση δα… από ντροπή, σαν είδε τους χωρικούς να την κοιτούν με έκπληξη!!!

«Το σπίτι μου έλιωσε πριν προλάβω να το φάω, το δόντι μου πονάει σαν να με χτυπάνε με εκατό σφυριά και είμαι πολύ βαριά για να σηκωθώ! Καταστράφηκα σας λέω, καταστράφηκα!»

Οι τρείς άντρες βοήθησαν την καημένη τη Γλυκατζού, να σηκωθεί και με τα χίλια κι ένα ζόρια την κουβάλησαν στο χωριό. (Οι φήμες λένε ότι ο κυρ-Νώντας από εκείνη τη μέρα απέκτησε πρόβλημα με τη μέση του κι ακόμα δεν έχει βρει θεραπεία!)

Ο κυρ-Πέλεκης ο μαραγκός έφτιαξε μια τεράστια ξύλινη μπανιέρα.  Η κυρία Μαρουλία και οι φίλες της, έπρεπε να κάνουν δεκαπέντε μπάνια την κακομοίρα την Γλυκατζού μέχρι να καθαρίσουν όλα τα γλυκά από πάνω της. Στη συνέχεια την πήγαν στον κυρ-Αδαμάντιο τον οδοντίατρο, ο οποίος παιδεύτηκε έναν ολόκληρο μήνα, για να της φτιάξει όλα τα χαλασμένα δόντια και μετά πήρε εξάμηνη άδεια γιατί υπέφερε από εφιάλτες. Γιατί; … Μα, κι εσείς αν αντικρίζατε το στόμα της Γλυκατζούς με τα αμετρητα χαλασμένα δόντια κι εσείς θα τρομάζατε!!! Χρησιμοποίησε τρυπάνια και υλικά που δεν είχε φανταστεί , διότι οι τρύπες στα δόντια της Γλυκατζούς, ήταν πιο μεγάλες κι από σύκο… και όχι από τα μικρά τα αγριόσυκα, αλλά από τα ωραία, τα ζουμερά που τρώμε με όρεξη!!!

Έπειτα η κυρία Μαρουλία, και οι άλλες κυράδες του χωριού της ‘δείξαν τα του νοικοκυριού….

Πρώτη φορά η Γλυκατζού έβλεπε κήπους με μαρούλια και δέντρα με φρούτα και καρπούς…

Στην αρχή παραπονιόταν και διαμαρτύρονταν για το φαγητό που της έδιναν…

«Μα δε το καταλαβαίνετε! Τα όσπρια είναι βαρετά και τα λαχανικά άνοστα. Το γάλα είναι μονίμως άσπρο και μονότονο και το ψάρι δεν έχει ωραία γεύση. Θέλω σοκολάταααα!!!» φώναζε.

Απ’ τα πολλά γλυκά ήταν πάντα κουρασμένη, θλιμμένη και αναγουλιασμένη…αλλά της έλειπαν!!!

Τώρα τις φέρνανε ντομάτες, σούπες, φαγάκι και σαλάτες… Η Γλυκατζού παραπονιόταν, μα μόλις της θύμιζαν τι είχε περάσει όταν έτρωγε μόνο γλυκά, συμμορφώνονταν κι έτρωγε σχεδόν με ευχαρίστηση.

Και μέρα, την μέρα η νεαρά, από θλιμμένη και βαριά, γινότανε όλο και πιο καλά… με μαγουλάκια ροδαλά , δοντάκια άσπρα, καθαρά και δίχως να νιώθει μοναξιά!!!

Βέβαια, μια μέρα τους ανακοίνωσε μια απόφασή που τους κοψοχόλιασε όλους. Θα άνοιγε στο πίσω μέρος του χωριού, ένα μικρό ζαχαροπλαστείο. Όλοι φοβήθηκαν ότι το κορίτσι τους θα ξανάπαιρνε τον κατήφορο.

Όμως, στα εγκαίνια ενθουσιάστηκαν μια κι η Γλυκατζού, σέρβιρε φρουτοσαλάτες, γλυκά του κουταλιού, γιαούρτι με μέλι, ψητά μήλα κι όλα τα υπόλοιπα λαχταριστά γλυκά που τόσο πολύ άρεσαν σε όλους. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της θύμισαν πως όλες οι τροφές είναι απαραίτητες ακόμα και τα γλυκά, αρκεί να τρώγονται με μέτρο και έτσι… δεν υπήρχε πλέον μέρα που η Γλυκατζού να μην φάει λαχανικά, φρούτα, να μην πιεί φρέσκο γαλατάκι. Το πάθημα της είχε γίνει μάθημα….

Και φυσικά επειδή η Γλυκατζού μας, είχε εξελιχθεί σε μια πολύ γλυκιά κοπέλα, με τον καιρό όλοι σταμάτησαν να τη φωνάζουν Γλυκατζού κι άρχισαν να τη φωνάζουν Γλύκα. Η Γλύκα με τα ροδαλά μαγουλάκια και το πιο όμορφο και λαμπερό χαμόγελο του χωριού.

Έτσι λοιπόν το χωριό, απέκτησε ένα πολύ όμορφο ζαχαροπλαστείο, κι η Γλύκα καλούς συγχωριανούς να την αγαπούν και να την προσέχουν. Πάντα χαμογελαστοί και γεμάτοι καλή διάθεση, έζησαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι και πολύ, πολύ αγαπημένοι…

Κι εμείς που μάθαμε από το πάθημα της Γλύκας, ξέρουμε πως τα γλυκά τα τρώμε με μέτρο, για να έχουμε κι εμείς ροδαλά μαγουλάκια και να είμαστε γλυκούληδες και όχι γλυκατζήδες, έτσι;

Fili

Είμαι η Φίλι και λατρεύω να γράφω… για τα πάντα!!! Μεγάλο μου πάθος όμως είναι τα παραμύθια! Μ'αρέσει να αφήνω την φαντασία μου ελεύθερη και το μικρό κοριτσάκι που ακόμα κρύβω μέσα μου, να εξερευνά ανενόχλητο από την καθημερινότητα, κόσμους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί… Αν θέλετε να βρεθούμε εκεί παρέα …απλά πάρτε λίγη νεραϊδόσκονη και ελάτε να με συναντήσετε.. Μην ξεχάσετε να φέρετε μαζί και τους μικρούς μου φίλους… χάρη σε αυτούς άλλωστε η νεραϊδόσκονη διατηρεί την μαγεία της… γκλιν , γκλόν και φύγαμε…