Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου στην εξοχή, ήταν ένα όμορφο σπιτάκι με μια κόκκινη σκεπή και μια μπλε, φιλόξενη πόρτα. Εκεί ζούσε μια οικογένεια, ευτυχισμένη και μονιασμένη. Είχαν ο ένας τον άλλον και είχαν και τον Ρενούλη, έναν γατούλη με μαύρες και άσπρες βούλες,  πράσινα εξερευνητικά μάτια, μια ευγενική καρδιά και μια ευχή. Να μπορούσε να πετάξει…

Ο Ρενούλης περνούσε τον περισσότερο χρόνο του στην κατακόκκινη σκεπή, αγναντεύοντας τον ουρανό. Κατά την διάρκεια της μέρας, ονειρευόταν πως θα ήταν να χοροπηδάει από το ένα σύννεφο στο άλλο, ενώ με το που σκοτείνιαζε, το μόνο που ήθελε ήταν να αγγίξει τα αστέρια.

Μια μέρα λοιπόν, καθώς ονειροπολούσε, η Φιόνα η πεταλούδα με τα μωβ φτερά και τις κίτρινες βούλες, κάθισε στην ροζ του μυτούλα. Ο Ρενούλης ξαφνιάστηκε.

“Με κατατρόμαξες Φιόνα”, είπε με γκρινιάρικο τόνο. “Σου είπα χίλιες φορές να μην το κάνεις αυτό. Ξέρεις πως αλληθωρίζω όποτε κάθεσαι στην μύτη μου.”

“Μα γι’αυτό ακριβώς το κάνω, χαζούλη.” απάντησε η Φιόνα με παιχνιδιάρικο ύφος. Ήταν πράγματι ένα μικρό πειραχτήρι, αλλά αγαπούσε τον καλό της φιλαράκο, τον Ρενούλη, γιατί ήταν ο μόνος γατούλης που δεν την κυνηγούσε. Ήταν αχώριστοι.

Ο Ρενούλης γεμάτος θαυμασμό και περιέργεια, ρώτησε την πεταλούδα:

“Πώς είναι να πετάς εδώ και εκεί,

να περιπλανιέσαι βράδυ πρωί,

να νιώθεις τα σύννεφα, να τ’αγγίζεις,

να χαιρετάς τ’αστέρια, να τα καληνυχτίζεις;”

Είχαν τα μάτια του γουρλώσει κι η αγωνία του ήταν τόση που δεν μπορούσε να κρατηθεί την απάντηση ν’ακούσει…

“Ξέρω κι εγώ!”, απάντησε ξερά η Φιόνα. “Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ μου σοβαρά; Εσύ πως νιώθεις όταν χοροπηδάς στα κεραμίδια, όταν σκαρφαλώνεις στα κλαδιά, όταν ανεβαίνεις τρία τρία τα σκαλιά;”

Ο Ρενούλης λύγισε το κεφάλι του προς τα δεξιά. Δεν ήξερε ούτε αυτός τί να απαντήσει.

Ξάφνου…

“Μπζζ ,μπζζ, μπζζ την δουλειά μου ξεκινώ, με ενθουσιασμό τρελό. Έχω να φτιάξω διπλάσιο μέλι σήμερα. Χθες παρακοιμήθηκα και σήμερα τρέχω και δεν φτάνω.”, είπε η Φοίβη η μελισσούλα, τρέχοντας πάνω κάτω σαν τρελή.

“Γειά σου Φοίβη!”, είπε ο Ρενούλης. “Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;”

“Στα γρήγορα όμως ,ε!”, είπε βιαστικά η μελισσούλα.

“Πώς είναι να πετάς εδώ και εκεί,

να περιπλανιέσαι βράδυ πρωί,

να νιώθεις τα σύννεφα, να τ’αγγίζεις,

να χαιρετάς τ’αστέρια, να τα καληνυχτίζεις;”

“Είναι σαν να δουλεύεις Ρενούλη μου!!!”, είπε η εργατική μελισσούλα. “Μακάρι να είχα κι εγώ μια μέρα ξεκούρασης. Να κάθομαι εδώ και με την ησυχία μου, να γουργουρίζω από το πρωί μέχρι το βράδυ.”

“Μα οι μέλισσες δεν γουργουρίζουν”, είπε ο Ρενούλης.

“Αν είχαν χρόνο, θα γουργούριζαν.”, απάντησε θυμωμένα η Φοίβη με τεντωμένες τις κεραίες της.

Ο Ρενούλης όμως πάλι δεν είχε πάρει την απάντηση του. Προσπαθούσε να φανταστεί πως θα ήταν να στριφογυρνάει με το φύσημα του αέρα, σαν τα πούπουλα που κυνηγούσε που και που.

Ξάφνου…

“Τσίου, τσίου”, ακούστηκε ο Ιάσων, το σπουργίτι. “Δεν βρίσκω ούτε ένα ψίχουλο σήμερα. Και πεινάω τόσο πολύ…“ είπε πετώντας γύρω γύρω από το κεφάλι του Ρενούλη, προκαλώντας του πονοκέφαλο.

“Ιάσωνα, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;… δηλαδή …αφού σταματήσεις να στριφογυρνάς πάνω από το κεφάλι μου. Ξέρεις ότι μου είναι αδύνατο να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου και έχω ήδη ζαλιστεί. “

Το σπουργίτι κάθισε πάνω σε ένα κλαδί και ο γατούλης είπε με περίσσια γατίσια περιέργεια:

“Πώς είναι να πετάς εδώ και εκεί,

να περιπλανιέσαι βράδυ πρωί,

να νιώθεις τα σύννεφα, να τ’αγγίζεις,

να χαιρετάς τ’αστέρια, να τα καληνυχτίζεις;”

Λοιπόν για να δούμε, όταν πετάω νιώθω … σαν να πετάω. Όταν περιπλανιέμαι … νιώθω σαν να περιπλανιέμαι… όταν νιώθω τα σύννεφα … είναι όπως κάθε φορά που νιώθω τα σύννεφα και όταν χαιρετάω τα αστέρια…”

“Άσε μην μου πεις…”, είπε ο Ρενούλης νευριασμένα ”… είναι σαν να χαιρετάς τα αστέρια;”

“Όχι, χαζούλη, τότε νιώθω να μου κόβεται η ανάσα, γιατί σαν μικρό σπουργιτάκι που είμαι, κουράζομαι όποτε πετάω μέχρι εκεί πάνω.”

Ο Ρενούλης απογοητεύτηκε εντελώς. Κανένας από τους φίλους του δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την  φαντασία του. Κουλουριάστηκε σε μια γωνιά και πήρε την πιο λυπημένη φατσούλα που έχεις δει ποτέ… σε γατούλη.

“Μάλλον δεν θα μάθω ποτέ…”, αναστέναξε βαριά.

“Ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσω να ονειρεύομαι.”

Η Φοίβη η μελισσούλα, γύρισε προς τη Φιόνα την πεταλούδα και τον Ιάσωνα το σπουργιτάκι και είπε:

“Πότε δεν είναι ώρα να σταματήσει κανείς να ονειρεύεται. Έχω μια ιδέα!!! Ακολουθήστε με…”

“Μα νόμιζα πως πνίγεσαι στην δουλειά.”, της φώναξε η Φιόνα.

“Θα δουλέψω τριπλά αύριο. Ένας φίλος σε ανάγκη, είναι πάντα προτεραιότητα στο πρόγραμμά μου.”

“Κι εσύ Ιάσωνα, δεν πεινάς;”

“Η κοιλίτσα μου μπορεί να κάνει υπομονή, αν είναι να βοηθήσουμε τον φίλο μας τον Ρενούλη, να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

Πέταξαν όλοι μαζί στην πίσω αυλή, όπου η νοικοκυρά του σπιτιού είχε κρεμασμένη την μπουγάδα και δανείστηκαν μια κάτασπρη μαξιλαροθήκη.

Τέντωσαν το ύφασμα κρατώντας ο καθένας από μια μεριά, και πλησίασαν τον γατούλη με χαμογελαστές φατσούλες.

“Πήδα πάνω, μικρέ ονειροπόλε!”, είπε η Φιόνα η πεταλούδα με τα μωβ φτερά και τις κίτρινες βούλες.

“Ανέβα λοιπόν”, φώναξε και ο Ιάσων πεταρίζοντας με χαρά.

Ο Ρενούλης δεν άφησε ούτε λεπτό να περάσει. Έκανε ένα χοπ και έτσι απλά, ο Ρενούλης, ο γατούλης που ονειρευόταν να πετάξει, επιτέλους θα βρισκόταν ανάμεσα στα σύννεφα.

Πετούσαν μιά εδώ και μιά εκεί, τρομάζοντάς τον στην αρχή, μα πριν προλάβει να το καταλάβει, οι φίλοι του τον προσγείωσαν πάνω σε ένα σύννεφο.

Επιτέλους μπορούσε να χοροπηδήσει από το ένα συννεφάκι στο άλλο. Ένιωθε πιο ελαφρύς από ποτέ … Και όταν ξαφνικά ο ήλιος έδυσε, ένας ουρανός γεμάτος αστέρια, ήρθε να τον υποδεχθεί.

Ο Ρενούλης πλησίασε ένα μικρό αστεράκι και το γαργάλησε με την μουσούδα του. Και αυτό ξεκαρδίστηκε με την ψυχή του … και την ώρα που ξεκαρδιζόταν έριξε λίγη από την αστερόσκονη του πάνω στην Φιόνα την πεταλούδα. Από εδώ και πέρα, θα ήταν η πιο όμορφη πεταλούδα του κόσμου και η μοναδική που θα φωσφόριζε στο σκοτάδι, θυμίζοντας στους τέσσερις φίλους την μέρα που πέρασαν στον ουρανό.

“Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε…”, είπε ο Ιάσων το σπουργίτι πεινασμένος σαν….λύκος!

Στην διαδρομή πίσω, ο Ρενούλης ένιωσε τόσο ευγνώμων. Είχε καλούς φίλους και την πρώτη του πραγματοποιημένη ευχή και αυτό τον έκανε τον πιο ευτυχισμένο γάτο πάνω στη γη.

Μοιράστηκε το φαγητό του με τον Ιάσωνα, το σπουργιτάκι, ευχαρίστησε έναν έναν τους φίλους του, για την υπέροχη εμπειρία που του χάρισαν και χασμουρήθηκε, γιατί η περιπέτεια του ανάμεσα στους αιθέρες, τον εξουθένωσε πολύ.

Εκείνη τη νύχτα ο Ρενούλης αποκοιμήθηκε γουργουρίζοντας από ευτυχία, γιατί αυτό κάνουν τα γατάκια… όταν κλείνουν τα ματάκια ευτυχισμένα…

Καληνύχτα Ρενούλη…

 

Ο Ρενούλης κι η παρέα του στα μάτια της μικρής μου εικονογράφου…

 

 

Fili

Είμαι η Φίλι και λατρεύω να γράφω… για τα πάντα!!! Μεγάλο μου πάθος όμως είναι τα παραμύθια! Μ'αρέσει να αφήνω την φαντασία μου ελεύθερη και το μικρό κοριτσάκι που ακόμα κρύβω μέσα μου, να εξερευνά ανενόχλητο από την καθημερινότητα, κόσμους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί… Αν θέλετε να βρεθούμε εκεί παρέα …απλά πάρτε λίγη νεραϊδόσκονη και ελάτε να με συναντήσετε.. Μην ξεχάσετε να φέρετε μαζί και τους μικρούς μου φίλους… χάρη σε αυτούς άλλωστε η νεραϊδόσκονη διατηρεί την μαγεία της… γκλιν , γκλόν και φύγαμε…