«Όταν ο ήλιος πέφτει πίσω από τα βουνά και σου λέει η μανούλα σου να πας για ύπνο, όταν ο μπαμπάς σου σε σκεπάζει και σε φιλάει για καληνύχτα, το ίδιο κάνουν κι οι δικοί μου. Μόνο που σήμερα δεν κλείνουν τα ματάκια μου. Όταν δεν μπορώ να αποκοιμηθώ, πηγαίνω στη σοφίτα και κοιτάω τον βραδινό ουρανό. Τρελαίνομαι να χαζεύω την σελήνη και τ’ αστεράκια γύρω της. Το αγαπημένο μου αστέρι είναι το πάνω δεξιά. Είναι πάντα το πιο λαμπερό. Δε με πιστεύεις;

Αν σηκώσεις τα ματάκια σου μόλις πέσει το σκοτάδι και κοιτάξεις το αστέρι μου για πολύ ώρα , θα το δεις να λαμπυρίζει σαν να το έχουν πασπαλίσει με χρυσόσκονη. Όμως για μισό λεπτό… Μα τι συμβαίνει; Γιατί σήμερα είναι τόσο θαμπό; »

Τρεις βραδιές συνεχόμενες, η μικρή Σταλίτσα παρατηρούσε το αστεράκι της που σιγά-σιγά γινόταν όλο και πιο θαμπό. Άρχισε να αναρωτιέται τι να κρύβεται πίσω από αυτό το μυστήριο…

…Τοκ – τοκ – τοκ , ακούστηκε η πόρτα . Η γιαγιά Σοφή σηκώθηκε με δυσκολία από την βελούδινη πολυθρόνα της. Με αργό βηματισμό, έφτασε στο κατώφλι, όπου αντίκρισε την πολυαγαπημένη της εγγονούλα, πιο απορημένη από ποτέ !

«Αλήθεια Σταλίτσα; …  το αστέρι της Αγάπης έγινε θαμπό;», ρώτησε η γιαγιά Σοφή και φόρεσε τα ολοστρόγγυλα γυαλιά της για να μπορέσει να δει καλύτερα . Κοίταξε για λίγο έξω από το παράθυρο και έπειτα φάνηκε σκεπτική . Η γλυκιά γιαγιούλα εξήγησε στην μικρή μας φίλη, ότι το αστέρι αυτό δεν ήταν σαν όλα τα άλλα . Δεν έλαμπε απλά και μόνο για να φωτίζει τις νύχτες μας. Έλαμπε για να ζεσταίνει τις καρδιές μας…. Γι’ αυτό και ο παππούς Πανσόφους , ο προ-προ-πάππους της γιαγιάς Σοφής το είχε ονομάσει άστρο της Αγάπης.

Ξαφνικά το βλέμμα της γιαγιάς Σοφής σκοτείνιασε… «Δεν θέλω να σκέφτομαι τί μπορεί να συμβεί αν σβήσει το αστερί της Αγάπης…»

H Σταλίτσα γούρλωσε τα μάτια της.

«Πρέπει κάτι να κάνουμε, γιαγιά Σοφή. Πρέπει να βρούμε μία λύση!»

Μια ιδέα στριφογύριζε στο μυαλό της γλυκιάς γιαγιάς. Φαινόταν στο βλέμμα της. Ώσπου ξάφνου…

«Ο παππούς Πανσόφους είχε φτιάξει κάποτε ένα μαγικό φίλτρο, σε μετέφερε όπου ήθελες μέχρι να πεις “λιακάδα”.», είπε η γιαγιά Σοφή.

Η γιαγιά Σοφή και η Σταλίτσα κατέβηκαν στο υπόγειο του σπιτιού. Στο πάτωμα υπήρχε μια καταπακτή που οδηγούσε σε ένα μυστηριώδες δωματιάκι γεμάτο με παράξενα αντικείμενα , σκαλισμένα μπαούλα , γυάλινα μπουκαλάκια και παλιά βιβλία. Στη μέση του δωματίου ξεχώριζε ένα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο που έγραφε επάνω με τεράστια καλλιγραφικά γράμματα : “Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΘΗΣΑΥΡΟΣ”. Στο εσωτερικό του περιείχε συνταγές για τα πάντα. Από το πως να φτιάξεις καλαμποκόψωμο με τρίμματα λευκού αμύγδαλου μέχρι την συνταγή για το μαγικό φίλτρο του παππού Πανσόφους.

Τα υλικά ήταν τα εξής :

18 γραμμάρια ξερά μελωμένα νούφαρα (δηλαδή νούφαρα που τα σιγοβράζεις στο μέλι και τα αφήνεις να ξεραθούν)

3 κουταλιές χρυσόσκονη (όσο πιο λαμπερή τόσο το καλύτερο!!!!)

4 ασημένιες τρίχες κάποιου σοφού (η γιαγιά Σοφή είχε πλούσια ασημένια μαλλιά και σοφία αρκετή για δέκα φίλτρα)

και 1 κούπα γεμάτη με πρωινή πάχνη από την κοιλάδα των Ονείρων.

Όλα τα υλικά ήταν εύκολο να βρεθούν εκτός από το τελευταίο. Βλέπετε την κοιλάδα των Ονείρων φρουρούσε ο Πίπης, ένα τσαχπίνικο και πονηρό ξωτικό, που δεν επέτρεπε σε κανέναν να πλησιάσει χωρίς αντάλλαγμα. Η Σταλίτσα έπρεπε να φερθεί έξυπνα, ώστε να πείσει το ξωτικό να την βοηθήσει.

Η γλυκιά αυγή βρήκε τη μικρή να προσπαθεί να μπει στην κοιλάδα σιγά-σιγά, μήπως και ξεφύγει από την προσοχή του παμπόνηρου Πίπη. Με το που ακούμπησε όμως την μύτη του παπουτσιού της στην περιοχή του, ο κοντοπίθαρος κατεργάρης ξεφύτρωσε από το πουθενά.

Με μάτια καταπράσινα και βλέμμα εξερευνητικό την ρώτησε:

«Για που το βάλαμε μικρή; Δεν σου έχει πει κανείς να μην φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν;»

Η καημενούλα με τρεμάμενη φωνή απάντησε:

«Να, κύριε ξωτικό, θα ήθελα αν δεν σας πειράζει να μαζέψω σε ένα ποτηράκι λίγη πρωινή πάχνη για να….»

«Και γιατί παρακαλώ;», την διέκοψε αγενέστατα ο Πίπης.

Η Σταλίτσα εξήγησε στον περίεργο ανθρωπάκο, πόσο ανάγκη είχε την πάχνη από την κοιλάδα του. Μάταια όμως! Το ξωτικό ήταν ανένδοτο. Αν δεν έδινε απάντηση στο αίνιγμα του, δεν θα της έδινε το τελευταίο συστατικό του μαγικού φίλτρου.

«Λοιπόν, δεν θα φάμε όλη την ημέρα μας εδώ. Ξεκινάω με την ερώτησή μου. Έχεις τρία ολόκληρα λεπτά μπροστά σου. Αν δεν μου απαντήσεις σωστά τότε καλύτερα να ξεχάσεις το ταξίδι σου στο αστέρι. Για πες μου λοιπόν μικρή μου, αν είχες στα χέρια σου τον πολυτιμότερο θησαυρό, που θα διάλεγες να τον κρύψεις;»

Ο Πίπης γέλασε πονηρά. Ήταν σίγουρος ότι η μικρή δεν θα έβρισκε τη σωστή απάντηση. Τα δύο λεπτά είχαν ήδη περάσει και η Σταλίτσα πράγματι δεν φαινόταν να έχει αποφασίσει. Ξάφνου σαν αναλαμπή θυμήθηκε την επιγραφή επάνω στο βιβλίο του παππού Πανσόφους και είπε διστακτικά:

«Μμμ, νομίζω πως θα τον έκρυβα μέσα σε μια βιβλιοθήκη.»

Το ξωτικό έμεινε άναυδο. Δεν περίμενε αυτή την απάντηση. Προς απογοήτευσή του, η Σταλίτσα είχε απαντήσει σωστά.

«Και γιατί θα τον έκρυβες εκεί;», ρώτησε ελπίζοντας ότι η απάντησή της ήταν τυχαία. Η έξυπνη Σταλίτσα όμως τον αποστόμωσε λέγοντάς του ότι θα τον έκρυβε εκεί διότι η γνώση είναι θησαυρός.

Ο Πίπης χαμογέλασε και άφησε το μικρό κοριτσάκι να μαζέψει όση πάχνη ήθελε. Μπορεί να είχε χάσει, όμως θαύμασε την εξυπνάδα της.

Μόλις συγκεντρώθηκαν όλα τα συστατικά το φίλτρο δεν άργησε να φτιαχτεί.

Η Σταλίτσα ήπιε μονομιάς το φίλτρο και σιγά-σιγά άρχισε να νιώθει το σώμα της πιο ελαφρύ από ποτέ και τα βλέφαρά της βαριά. Έκλεισε τα μάτια της και όταν τα ξανάνοιξε ήταν φανερό ότι βρισκόταν σ’ έναν τόπο ….πολύ παράξενο…

… και ονειρεμένο. Περιεργάστηκε για λίγο το τοπίο γύρω της. Μα που ήταν όλοι; Είχε βραδιάσει. Το σκοτάδι όμως δεν ήταν βαρύ! Αντίθετα επικρατούσε παντού ένας γλυκός φωτισμός. Η Σταλίτσα έτριβε και ξαναέτριβε τα μάτια της, γιατί αυτό που έβλεπε ήταν απίστευτο. Όλοι έβγαιναν από τα σπίτια τους αγουροξυπνημένοι! Και τότε συνειδητοποίησε τι ακριβώς συνέβαινε σ’ αυτήν την περίεργη χώρα. Στο αστέρι της Αγάπης όλοι κοιμόντουσαν την ημέρα και το βράδυ ξυπνούσαν!

Τα πλάσματα που έβλεπε μπροστά της δεν διέφεραν και πολύ από τους κατοίκους μας. Η μόνη διαφορά τους ήταν ότι είχαν όλοι ένα μικρό αστεράκι στο μέτωπο τους. Μα τι παράξενο όμως…!!!! Δεν έλαμπαν όλων τα αστέρια. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στη μικρή Σταλίτσα. Ίσως αυτό να έφταιγε που το αστέρι  γινόταν όλο και πιο θαμπό.

Ξαφνικά…

«Αχ, το κεφάλι μου». Μπροστά στα πόδια της έκπληκτης φίλης μας προσγειώθηκε ένα αγοράκι, που έπεσε από το δέντρο που την …κατασκόπευε!

«Συγνώμη αν σε τρόμαξα», είπε κοκκινίζοντας.

«Το όνομά μου είναι Ορφέας. Εσύ όμως δεν είσαι από εδώ…»

«Είμαι η Σταλίτσα», απάντησε μη μπορώντας να ξεκολλήσει το βλέμμα της από το λαμπερό αστεράκι που διακοσμούσε το μέτωπο του νέου της φίλου.

«Το αστεράκι σου είναι εκθαμβωτικό!», είπε με θαυμασμό. «Γιατί όμως δεν λάμπουν όλων τα αστέρια;».

Ο Ορφέας κατέβασε το βλέμμα του και είπε λυπημένα:

«Για κοίτα γύρω σου… τα μόνα αστεράκια που λάμπουν είναι των παιδιών. Των μεγάλων έχουν σταματήσει να φωτίζουν εδώ και καιρό.»

«Μα γιατί συμβαίνει αυτό;», παραξενεύτηκε η Σταλίτσα.

«Ίσως γιατί δεν γελάνε πολύ …. Ή επειδή τους νοιάζει περισσότερο απ’ όλα η δουλειά τους. Δεν είμαι σίγουρος, μπορεί επειδή δεν παίζουν καθόλου….»

«Τι κρίμα!», είπε η Σταλίτσα. «Εγώ πάντως τους λυπάμαι. Δεν πρέπει να περνάνε και πολύ καλά, έτσι δεν είναι Ορφέα; Τους καημενούληδες! Κι αλήθεια ποια είναι η δουλειά τους;»

«Οι περισσότεροι γεμίζουν και αδειάζουν το φεγγάρι, έτσι ώστε να έχουμε πανσέληνο και ημισέληνο. Άλλοι πετάνε αστερόσκονη στον βραδινό ουρανό, κάποιοι ρίχνουν πορτοκαλί και κόκκινα ροδοπέταλα, την ώρα που δύει ο ήλιος και οι υπόλοιποι φτιάχνουν όνειρα και τα στέλνουν στους ανθρώπους κάτω στη γη!».

«Από τι δήλαδή είναι φτιαγμένα τα όνειρα, Ορφέα;», ρώτησε η μικρή.

«Λίγη αστερόσκονη, δυό τρείς κουκκίδες φαντασίας, μερικές νότες ευτυχίας και σίγουρα αγάπη!!!». «Πολλές φορές όμως, όταν γίνονται πολύ πολύ γκρινιάρηδες, αντί να φτιάξουν χαρούμενα όνειρα, στέλνουν στη γη εφιάλτες… Άλλοι πάλι σκορπούν την αστεροσκονη βιαστικά, και μερικοί γεμίζουν την σελήνη, ενώ πρέπει να την αδειάσουν και γενικά…τα κάνουν όλα γρήγορα και βιαστικά!»

«Αλήθεια, είναι πολύ λυπηρό αυτό που συμβαίνει. Αν δεν υπήρχατε και εσείς τα παιδιά να κρατάτε το αστέρι φωτεινό… Πρέπει να σκεφτούμε κάτι! Πρέπει να τους θυμίσουμε…». Τα δυο παιδιά ξάπλωσαν στο γρασίδι και κοιτούσαν τα αστέρια συζητώντας για πολλές ώρες. Τελικά αποφάσισαν να μαζέψουν όλα τα παιδιά της χώρας για να μπορέσουν όλοι μαζί να βρουν λύση στο τεράστιο πρόβλημα που τους απασχολούσε.

Ο Ορφέας έγραψε μικρά σημειωματάκια και τα έστειλε με νυχτοπούλια στα παράθυρα όλων των μικρών παιδιών της χώρας. Το σημείωμα έλεγε:

Μικροί μου φίλοι,

Σας περιμένω λίγο πριν το ξημέρωμα στην λίμνη της γεμάτης σελήνης. Ελπίζω να είστε όλοι εκεί! Βασίζομαι επάνω σας.

Ορφέας

 

Η Σταλίτσα δεν χόρταινε να κοιτάει την ολοστρόγγυλη λίμνη που ήταν γεμάτη με ασημένιους αστερίες και ολόλευκα κρίνα. Παντού ευωδίαζε άρωμα βανίλιας. Ένα απαλό αεράκι χάιδευε τα πρόσωπά τους και έκανε τα φύλλα των δέντρων να θροΐζουν σαν αόρατη ορχήστρα την ώρα του πιο γλυκού κονσέρτου.

Το συμβούλιο είχε ξεκινήσει και οι προτάσεις έπεφταν βροχή:

«Να τους βάλουμε κάτω και να αρχίσουμε να τους γαργαλάμε για να γελάσουν με την καρδιά τους», ακουγόταν από την μια.

«Να τους ρίξουμε στο γάλα το ελιξίριο της αστείρευτης χαράς», ακουγόταν από την άλλη.

«Μα γιατί δεν τους κάνουμε μαθήματα χαμένης παιδικότητας!!!»

Μέσα σε όλη την αναμπουμπούλα, ακούστηκε ο μικρός Αστερινός, με φωνή που μόλις ξεχώριζε. «Το μονοπάτι των γρίφων… ίσως εκεί να βρούμε μια λύση…»

Την επόμενη μέρα, η Σταλίτσα, ακολούθησε τον φίλο της σε ένα καταπράσινο λιβάδι, όπου ζούσαν οι ιπτάμενοι μονόκεροι… Το πιο μικρό και χαριτωμένο απ’ όλα, ο Πήγασος πλησίασε τον Ορφέα.

«Λοιπόν καλέ μου φίλε, τι θα έλεγες για λίγη περιπέτεια; Θα μας κουβαλήσεις στην πλάτη σου;», ρώτησε ο Ορφέας. Ο Πήγασος έγνεψε καταφατικά και λύγισε τα ποδαράκια του για να ανέβουν τα δυο παιδιά στην πλάτη του. Με ένα τίναγμα των φτερών του ξεκίνησε την περιπλάνηση τους στους αιθέρες.

Το μονοπάτι των γρίφων από ψηλά, φαινόταν ατελείωτο. Μια μικρή κουκουβάγια, η Αριάδνη, καλωσόρισε τον Ορφέα και την Σταλίτσα και τους οδήγησε ανάμεσα στους γρίφους… Η πρώτη στάση τους ήταν μπροστά σε μια τεράστια μηλιά, η οποία μπορεί να είχε φύλλα, δεν είχε όμως ούτε ένα καρπό. Το σοφό πουλί τους εξήγησε ότι κάποτε αυτή η μηλιά ήταν γεμάτη με ολόχρυσα μήλα, τα μήλα της γνώσης. Ξαφνικά όμως ,από τη μια μέρα στην άλλη, η μηλιά σταμάτησε να βγάζει μηλαράκια.

Τα δυο παιδιά πέρασαν ώρες ολόκληρες, παρατηρώντας το άρρωστο δεντράκι από πάνω μέχρι κάτω. Μα τι να συνέβαινε αλήθεια; Πως θα έβρισκαν τη λύση; Εξέτασαν ένα-ένα τα κλαδιά, παρατήρησαν τα φύλλα, μα δε φαινόταν να συμβαίνει τίποτα κακό. Τότε ο Ορφέας σκέφτηκε να κοιτάξει τις ρίζες του δέντρου και άρχισε να σκαλίζει με τα χεράκια του το χώμα, σχηματίζοντας σιγά-σιγά έναν ολόκληρο λάκκο. Ήταν απίστευτο. Κάτω από τη μηλιά ζούσε ένας τεράστιος βάτραχος ο οποίος έπινε όλο το νερό που κυλούσε στο χώμα. Γι’ αυτό λοιπόν δεν φύτρωναν καινούρια μήλα! Το καημένο το δεντράκι δεν είχε αρκετό νερό! Η Σταλίτσα εξήγησε στον βάτραχο πόσο κακό κάνει στο κακόμοιρο δεντράκι και μαζί με τον Ορφέα τον μετέφεραν στη γαλάζια λίμνη.Η μηλιά μεμιάς ζωντάνεψε και χρυσά μηλαράκια ξεπετάχτηκαν σε όλα τα κλαδιά.

Ο Ορφέας έβαλε ένα μήλο στην τσέπη του και συνέχισαν το δρόμο τους στο μονοπάτι.

Η κουκουβάγια Αριάδνη τους οδήγησε μπροστά σε ένα πέτρινο πηγάδι. Το νερό της πηγής αυτής ήταν μαγικό, χάριζε αγνότητα και καθαρή σκέψη. Τα τελευταία χρόνια όμως το νερό είχε χάσει τις ιδιότητές του….

Οι ώρες κυλούσαν σαν ρυάκι και τα δυο παιδιά είχαν στίψει το μυαλουδάκι τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τότε η Σταλίτσα, πήρε μια απόφαση.

«Θα κατέβω να δω τι συμβαίνει μέσα στο πηγάδι.».

Έτσι κι έγινε! Η Σταλίτσα κατέβηκε μέσα στο πηγάδι. Προς έκπληξή της, στην επιφάνεια του νερού, κολυμπούσε ένα μεγάλο ψάρι πολύ, πολύ λυπημένο.

«Είμαι εδώ κλεισμένο μόνο μου, εδώ και πολλά χρόνια. Σε παρακαλώ καλή μου φίλη, βγάλε με από δω. Θέλω τόσο πολύ να ξαναεπιστρέψω στο ποτάμι για να ξαναδώ την οικογένειά μου», είπε το ψάρι με τρεμάμενη φωνή.

Η Σταλίτσα ανέβασε το ψαράκι στην επιφάνεια και με την βοήθεια του κουβά, το ξανάριξε μέσα στο ποτάμι. Το νερό του πηγαδιού μονομιάς έγινε κρυστάλλινο και καθαρό. Τα δάκρυα του ψαριού, είχαν κρυμμένη τόση στεναχώρια που είχαν επηρεάσει το νερό. Ευτυχώς όμως το ψάρι ήταν και πάλι ευτυχισμένο και το νερό ξαναβρήκε τις δυνάμεις του.

Ο Ορφέας γέμισε ένα μπουκαλάκι με νερό από το μαγικό πηγάδι και μαζί με την Σταλίτσα ακολούθησε την κουκουβάγια.

Το σοφό πουλί τους οδήγησε μπροστά σε μια πανέμορφη τριανταφυλλιά με δροσερά μπουμπούκια. Σύμφωνα με τα λόγια της Αριάδνης τα τριαντάφυλλα αυτά, δεν ήταν σαν όλα τα άλλα. Το άρωμά τους σκόρπιζε χαρά, ευτυχία και ξενοιασιά σε ολόκληρη την πλάση. Δυστυχώς όμως για κάποιο λόγο αυτό δε συνέβαινε πια. Ο Ορφέας κι η Σταλίτσα έπρεπε για άλλη μια φορά να βρουν την αιτία.

Με την πρώτη ματιά, τα δύο παιδιά δεν παρατήρησαν τίποτα το παράξενο. Μετά από ώρα όμως, η Σταλίτσα παρατήρησε κάτι λυπηρό.

«Γιατί γλυκιά μου τριανταφυλλιά είσαι φορτωμένη με τόσα πολλά αγκάθια;»

«Φοβάμαι τόσο πολύ να μην έρθει κάποιος να μου κόψει τα άνθη,που φροντίζω να βγάζω καινούριο αγκάθι κάθε λίγο! Έτσι δεν μου μένει χρόνος για να σκορπάω το άρωμα μου εδώ κι εκεί!»

Τα παιδιά, εξήγησαν στην τριανταφυλλιά ότι ο φόβος της στερούσε από την πλάση την ευωδιά της. Έτσι, αποφάσισαν να την μεταφέρουν πιο κοντά στα άλλα λουλούδια και φυτά για να νιώθει πιο πολύ ασφάλεια. Η τριανταφυλλιά ανακουφίστηκε τόσο πολύ, που γλυκιά ευωδιά πλημμύρισε τον τόπο. Η χαρά της ήταν τόσο μεγάλη, που χάρισε από μόνη της το πιο όμορφο και ανοιχτό άνθος της στα καλοσυνάτα παιδιά.

«Καλά μου παιδιά κρατάτε στα χέρια σας όλα αυτά που λείπουν από την καρδιά των μεγάλων και τα κερδίσατε με την αξία σας. Το μήλο της γνώσης , το νερό της αγνότητας και το άνθος της χαράς…» είπε η κουκουβάγια Αριάδνη.

Με τα τρία αυτά συστατικά φτιάχτηκε το πιο πολύχρωμο και λαμπερό ουράνιο τόξο που έχεις δει ποτέ στη ζωή σου και κάλυψε, ολόκληρο το αστέρι της αγάπης από άκρη σε άκρη. Οι μεγάλοι έμειναν άναυδοι από το μαγευτικό θέαμα. Οι καρδιές όλων άνοιξαν και γέμισαν με ευτυχία. Μικροί και μεγάλοι, πιάστηκαν χέρι με χέρι και όλη τη βραδιά χόρευαν τραγουδώντας:

«Γέμισε την καρδιά σου με αγάπη και χαρά,

γέλα με την ψυχή σου για ακόμα μια φορά,

κράτα μου το χέρι και πάμε από την αρχή,

θυμήσου τι έχει αξία και νιώσε σαν παιδί.»

 

Ο ουρανός γέμισε με βεγγαλικά και οι καρδούλες τους ενωμένες έβγαλαν τέτοια ζεστασιά που όλα ξαναγεννήθηκαν πιο δυνατά από πριν.

Στον ουρανό κάλπαζε με χάρη ο Πήγασος. Στην πλάτη του κουβαλούσε τον Ορφέα και τη Σταλίτσα. Τα δυο παιδιά τα είχαν καταφέρει. Τελικά τίποτα δεν είναι απίθανο όταν ενώνουμε τα χέρια…

Η ευτυχία ξεχείλιζε παντού. Δυο καρδούλες όμως γέμισαν με γλυκιά θλίψη. Η ώρα του αποχωρισμού είχε φτάσει για τους δυο αγαπημένους φίλους και η πρώτη πρωινή ηλιαχτίδα βρήκε τα δυο παιδιά να ανταλλάσσουν όρκους αιώνιας φιλίας: «Για πάντα φίλοι»

«Η σκέψη μου θα είναι πάντα κοντά σου… Κάθε φορά που θα βλέπεις ένα αστέρι να πέφτει να ξέρεις πως σου το στέλνω εγώ!», είπε ο Ορφέας.

«Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ καλέ μου φίλε!», είπε η Σταλίτσα, χαρίζοντάς του το πιο γλυκό της χαμόγελο.

Η Σταλίτσα έκλεισε τα ματάκια της και ήπιε το μαγικό φίλτρο του παππού Πανσόφους. Όταν τα ξανάνοιξε βρισκόταν πάλι στην αγαπημένη της σοφίτα. Έριξε μια ματιά στο αστέρι της, που ήταν πιο λαμπερό από ποτέ.

Κατέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά και αγκάλιασε τη μαμά και τον μπαμπά της για καληνύχτα. Κανείς δεν είχε καταλάβει την απουσία της, στην δική της χώρα, είχαν περάσει μόλις λίγα λεπτά. Τα ματάκια της είχαν βαρύνει, όμως η Σταλίτσα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Κάτι της έλειπε… Κοίταξε έξω από το παράθυρο, σήκωσε το χεράκι της, φίλησε την παλάμη της και φύσηξε απαλά προς τον ουρανό.

Πριν προλάβει να κατεβάσει το χέρι της, μια βροχή από αστέρια, γέμισε την βραδιά με φως!!! Ο Ορφέας της έστελνε την αγάπη του…

Η Σταλίτσα ξάπλωσε κάτω από την ζεστή κουβερτούλα και έκλεισε ήσυχη τα ματάκια της, ψιθυρίζοντας γλυκά: «Καληνύχτα!»

Το όνειρό της ήταν τόσο ζωντανό! Είδε το παράθυρό της να ανοίγει ως δια μαγείας. Ο αγαπημένος της Ορφέας, καβάλα στον ιπτάμενο Πήγασο, της άπλωνε το χέρι του και χαμογελώντας την προσκαλούσε:

«Πάμε βόλτα στ’ αστέρια;»

Fili

Είμαι η Φίλι και λατρεύω να γράφω… για τα πάντα!!! Μεγάλο μου πάθος όμως είναι τα παραμύθια! Μ'αρέσει να αφήνω την φαντασία μου ελεύθερη και το μικρό κοριτσάκι που ακόμα κρύβω μέσα μου, να εξερευνά ανενόχλητο από την καθημερινότητα, κόσμους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί… Αν θέλετε να βρεθούμε εκεί παρέα …απλά πάρτε λίγη νεραϊδόσκονη και ελάτε να με συναντήσετε.. Μην ξεχάσετε να φέρετε μαζί και τους μικρούς μου φίλους… χάρη σε αυτούς άλλωστε η νεραϊδόσκονη διατηρεί την μαγεία της… γκλιν , γκλόν και φύγαμε…